Τυχαίες(;) λέξεις

ΠΡΟΕΡΓΑΖΟΜΑΙ ΕΠΕΤΕΙΟΥΣ

Προεργάζομαι επετείους, φιλότιμα ξυλοκάρφια που
υπνωτίζουν μικρόψυχους σιδηρόλιθους. Εξογκώνω
ομογνωμίες πρόστυχες, υπηρέτριες νοσογόνους φτωχών
σπαραγμών. Και μικροδουλειές. Υστερισμοί προφητεύουν
ηρωϊκές τιάρες και σωματεμπορίες. Η ευλυγισία
είναι υπόμνηση νεόκτιστος, επιβλητική στίλβη. Νοιώθουν
κατάκλειστοι σταυροπροσκυνώντας παραινέσεις.

Και οι υπερθεματισμοί, σα θυρίδες τετράεδρες
τρέφουν φιλοδικίες.

ΤΕΜΑΧΙΖΕΙ

Τεμαχίζει – επικαλύπτοντας – οκταετίες. Καθαρά
συνθετική ηθοποιΐα. Προμήνυμα ότι κτίζει ταυρομάχους,
καμέλιες και αποδείξεις. Σεμνύνομαι,
καμπούρης μαυροκίτρινος υπόδικος,
να εκκοκίζω εισαγγελεύοντας σωματικές και
επαίσχυντες φιλοτιμίες. Η δυναμομετρία των
φιλάγαθων θα τον κοιμήσει στα γείσα· ή το
ροδάνι των παιδαγωγών.

Μισό Λεπτό Ακόμα

Μού’πες “μισό λεπτό ακόμα”.
Κι εγώ σε άκουσα· ήταν τόση η πίστις
που σε έδινα. Κι αν το’ξερα από πριν
θα το’κανα και πάλε. Για το χρώμα
της κόμης, της λάμψης της ηδονικής της
– που ακόμα τη θυμάμαι, κι ας επεράσαν χρόνια –
το ποθητό κορμί, τα μάτια και το στόμα.
Τώρα στο λέω, κι ας μου΄δωσες αγάπη περισσήν:
αυτό που χάλασε τα μακαρόνια
ήταν αυτό το “μισό λεπτό ακόμα”.

Νταλκάς στάλα-στάλα

Μπάκας, απ’τα Σπάτα, μάνα Σαρακατσάνα. Σταύρακας, τζάμπα μάγκας. Καλαμάτα. Αναντάμ παπαντάμ. Άννα, δασκάλα σαραντάρα, πατά σα ζαρκάδα. Πλάσμα σαν άγαλμα. Γάμπα λαμπάδα. Αφάνα, μπαντάνα, σάρπα Αστραχάν, class!

Σταύρακας μασά μαύρα κάστανα. Χρατς, χράτς. Άγαρμπα.
-Πάς;
-Τα μάλλα! Κατά τα άλλα;
-Άστα αυτά, μαλάκα! Καρδάρα & γάλα: σάλτα! Τάκα-τάκα!

Μπάκας, λάγνα:
-Μαντάμ;
-Πας καλά;
-Μα…
-Πάρτα, βλάκα!

-Καλά;
-Άστα, μαντάρα… Πατατράκ! Τα’κανα θάλασσα!
-Ντάξ’… Μαντάμ τραβά κάλαντα…
-Κάλαντα;
-Μπλα, μπλα…γράμματα & άλλα…

Μπάκας, κλάψα:
-Άννα, αμάν λαχτάρα! Νταλκάς στάλα-στάλα!
-Άσ’τα δράματα. Μπανάλ. Σαχλαμάρα.
-Μακράν! Ah lav ya κάργα, σταράτα!
-Κατάλαβα…
* Ματς *
Κάψα, λαύρα, ακατάπαυστα.

Άννα, τσάρκα. Σταύρακας, μπάστακας.
-Άννα, βάστα!
-Σταύρακα…
-Μανάρα μ’!
-Σταμάτα!
-Μπάκας; Χάλαστα…
-Μ’ αγαπά! Άντρας, καθαρά. Φαλάκρα!
Αγανακτά. Ζαλάδα.
-Φακλάνα! Καρακάξα. Θα…!

Άξαφνα, Σταύρακας τραβά κάμα κατά Μπάκα. Σαματάς, αντάρα. Βαρά, ξαναβαρά.
-Κάθαρμα, αλάργα … ααχ!
Μπάκας παραπατά. Σπλάχνα βαστά. Σπαρταρά.

Κ.Α.Τ. Άννα, κλάμματα.
-Μπάκα… τα πράγματα θα άλλαζαν…
Τάμα:
-Παντάνασσα, θαύμα!
Αλλά… Μπάκας, πάπαλα.

Ταξί

Ανασηκώθηκε ζαλισμένος. Χρειάστηκε λίγες στιγμές για να συνειδητοποιήσει πού βρισκόταν. Σηκώθηκε παραπατώντας και κοίταξε γύρω του. Αυτοί που μέχρι πριν από λίγες στιγμές ήταν δίπλα του και περίμεναν μαζί του στη στάση, ήταν τώρα πεσμένοι κάτω. Άνθρωποι έτρεχαν και φώναζαν. Δεν ασχολιόταν κανείς μαζί του, υπήρχαν τραυματίες που είχαν περισσότερη ανάγκη. Έπιασε το κεφάλι του, τους αγκώνες του και γύρω-γύρω το σώμα του. Δεν έμοιαζε να έχει ματώσει αλλά σίγουρα πόναγε παντού. Απομακρύνθηκε λίγο πιο πέρα. Δε μπορούσε να βοηθήσει. Έπρεπε να συνέλθει κι ο ίδιος.

Άρχισε να βρέχει. Είδε ένα ταξί να έρχεται. Ήθελε να φύγει από εκεί, όσο το δυνατό πιο γρήγορα. Έκανε σήμα και το ταξί σταμάτησε δίπλα του.

Κάθισε στο πίσω κάθισμα με ανακούφιση. Ο ταξιτζής τον κοίταξε απ’ τον καθρέφτη καθώς ξεκινούσε: «Τι έγινε εδώ, ρε φίλε;» Ένοιωσε κάπως καλύτερα που απομακρυνόταν όλο και περισσότερο: «Ατύχημα… ήμασταν στη στάση και ένα φορτηγό έπεσε πάνω μας…» «Μοιάζει με μακελειό», είπε ο ταξιτζής. «Πάντως εσύ τη γλύτωσες, όπως φαίνεται». Έξω η βροχή δυνάμωνε. «Έτσι φαίνεται», του απάντησε.

Πήρε μερικές ήρεμες ανάσες. Κοίταξε το νερό να σχηματίζει ρυάκια στο δρόμο και τους ανθρώπους να τρέχουν να προστατευτούν από τη βροχή. «Λένε ότι βλέπεις όλη τη ζωή σου», είπε ξαφνικά. «Ε;», αναρωτήθηκε ο ταξιτζής. «Όταν κινδυνεύει η ζωή σου. Λένε ότι όλη η ζωή σου περνάει μπροστά από τα μάτια σου», εξήγησε κοιτώντας τον ταξιτζή μέσα στον καθρέφτη. «Λοιπόν;», ξαναρώτησε αυτός. «Δεν ισχύει. Δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς τίποτα», του απάντησε.

Η βροχή δυνάμωσε κι άλλο. Τα βαριά λαϊκά από το ραδιόφωνο μόλις που ξεχώριζαν. Το ταξί πέταγε νερά δεξιά κι αριστερά του καθώς διέσχιζε το δρόμο. Το κατάστρωμα ήταν γεμάτο νερά και το πεζοδρόμιο άδειαζε από κόσμο.

«Δε θα ’χα και πολλά πράγματα να ξαναδώ», είπε ξαφνικά. «Είναι λίγο απογοητευτικό, να βλέπεις ότι όλη σου η ζωή δεν έχει τίποτα μετά από εξήντα χρόνια να κρατήσει το ενδιαφέρον σε κάποιον».

«Το θέμα, αδερφέ, δεν είναι τι ενδιαφέρον έχει η ζωή σου για τους άλλους, αλλά για σένα», του είπε ο ταξιτζής από το μπροστινό κάθισμα. «Όλοι έχουν τις στιγμές που μετανιώνουν κι αυτές που νοσταλγούν». Μετά γύρισε για μια στιγμή και είπε με στόμφο: «Πω, πω! Τι είπα ο άνθρωπος! Με το συμπάθιο, δηλαδή.»

«Δεν πειράζει», του είπε. «Μάλλον έχεις δίκιο. Μη σε κουράζω όμως, τώρα, με τα δικά μου…»

«Μπα, μη σε απασχολεί», είπε ο ταξιτζής. «Έχω ακούσει εγώ… ξέρεις πόσοι άνθρωποι έχουν μπει εδώ μέσα, και τι μου ‘χουν πει τόσα χρόνια; Όλοι έχουν από μια ιστορία. Γι’ αυτό είπα, δεν είναι δυνατό να μην έχεις και συ.»

Κοίταξε λίγο τα ρυάκια που τρέχανε μέσα στο δρόμο. Ενώνονταν και χωρίζονταν και πλέκονταν μεταξύ τους. «Υπήρχε μια κοπέλα», είπε τελικά. «Όταν είχα πρωτοβγεί στο επάγγελμα – ήμουν κουρέας. Μάθαινε κι αυτή κομμώτρια. Ήταν καπάτσα, κωλοπετσωμένη που λένε. Σε κοίταγε ντόμπρα, είχε τσαγανό.»

«Ομορφούλα;», ρώτησε ο ταξιτζής.

«Δεν ξέρω αν θα την έλεγες όμορφη», απάντησε αυτός. «Σε κέρδιζε με τον τρόπο της. Σίγουρα δε θα την έλεγες άσχημη. Τέλος πάντων. Η μητέρα μου δεν ήθελε ν’ ακούσει τίποτα γι’ αυτήν. Μόνο που την έβλεπε με τα παντελόνια – άλλες εποχές τότε – την είχε χαρακτηρίσει ελευθέρων ηθών. Οι γυναίκες τότε δε δούλευαν, κι απ’ αυτές που δούλευαν, οι κομμώτριες, για ένα συντηρητικό άνθρωπο, ήταν κόκκινο πανί».

«Και τι έγινε, λοιπόν», ρώτησε ξανά ο ταξιτζής.

«Τίποτα. Εκείνη τη στιγμή δεν είχα τη δύναμη να πάω αντίθετα με τη θέληση της μητέρας μου. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει και αυτή διαχειριζόταν την περιουσία μας. Με απείλησε ότι δε θα μου δώσει τα λεφτά που χρειαζόμουν για να ανοίξω το κουρείο που ήθελα. Δείλιασα…». Σταμάτησε για μια στιγμή. «Αυτό που με πόνεσε πιο πολύ ήταν ότι δε μου φώναξε, ούτε μου θύμωσε όσο πίστευα. Το αντιμετώπισε με περισσότερη αξιοπρέπεια απ’ όσο εγώ που το προκάλεσα».

Άρχισε να νυχτώνει. Από έξω φαίνονταν μόνο τα φώτα του δρόμου και των καταστημάτων. Τα τζάμια του ταξί είχαν θαμπώσει από την υγρασία και δε φαίνονταν άνθρωποι, αν υποθέσουμε ότι υπήρχαν έξω, με τόσο άσχημο καιρό. Ο δρόμος ήταν επίσης άδειος και γεμάτος νερά.

Αυτή τη φορά μίλησε πρώτος ο ταξιτζής. «Δε βαριέσαι, κάθε εμπόδιο για καλό. Βρήκες εσύ το δρόμο σου, θα τον βρήκε σίγουρα κι αυτή».

«Δεν έμαθα ποτέ τι απέγινε. Εγώ πάντως δεν παντρεύτηκα ποτέ. Παιδιά μου, είχα τα ανίψια μου. Το σπίτι μου έμεινε άδειο – αν εξαιρέσεις το σκύλο που ‘χα κάποτε.» Δίστασε λίγο να συνεχίσει. Μετά, όμως, ξεκίνησε μιαν άλλη ιστορία. «Αλλά κι αυτόν τον είχα πάρει για να ξεπληρώσω ένα χρέος που πίστευα ότι είχα από παλιά. Βλέπεις, η αδελφή μου είχε μαζέψει, κάποια στιγμή, ένα γατάκι…»

Με την κουβέντα ξεχάστηκε και δεν κατάλαβε πώς πέρασε η ώρα. Τώρα δε φαινόταν κανένα φως τριγύρω. Κανένας θόρυβος δεν ακουγόταν εκτός από τη βροχή και τον παφλασμό των νερών. Το ταξί πλέον ακολουθούσε ήρεμα τα νερά, λικνιζόμενο ελαφρά από μεριά σε μεριά καθώς επέπλεε. «Σίγουρα πάμε σωστά;», ρώτησε ανήσυχος. «Σα ποτάμι είναι έξω». «Σωστά», του απάντησε ο ταξιτζής. «Είναι ο ποταμός Αχέρων». Κοίταξε τον ταξιτζή ο οποίος γύρισε προς το μέρος του. Είχε τα χαρακτηριστικά ενός άντρα στα πενήντα-πενήντα πέντε. Συγχρόνως, όμως, είχε πάνω του τη σκληράδα πολλών αιώνων. Από τη μία φαινόταν να έχει δέρμα και φλέβες, όπως όλοι οι άνθρωποι. Από την άλλη φαινόταν να είναι φτιαγμένος από πέτρα, σαν άγαλμα. Πάνω του υπήρχε σκόνη που τον τύλιγε σαν άλως στα φώτα του ταμπλό. Ο ταξιτζής του χαμογέλασε: «Ηρέμησε. Κάνω αυτή τη διαδρομή πολύ καιρό. Σε λίγο θα φτάσουμε στον προορισμό σου.»

Επαναφορά

Γλίστρησε σιγά-σιγά μέσα στο άψυχο κουφάρι, όπως το νερό γλιστράει στην ξεραμένη γη. Έδωσε στα άψυχα κύτταρά του το παράγγελμα «Ξυπνήστε!» Ξεχασμένοι νευρώνες στο μυαλό του τεντώθηκαν και βγήκαν απ’ τη λήθη. Τα μικρά κομμάτια του εαυτού του άρχισαν μια μακριά διαδικασία για να φτάσουν απ’ το θάνατο πάλι στη ζωή.
Τρόποι λειτουργίας, κρυμμένοι μέσα του, αναδύθηκαν για να συντονίσουν αυτό το δύσκολο έργο. Το ‘χε ξανακάνει κι άλλες φορές και πάντα ήταν το ίδιο δύσκολο. Σα φωτιά που θέλει να ενωθεί με πάγο. Μικρές βελόνες ζωής τσίμπησαν το πεθαμένο σώμα του. Ένα – ένα, τα κύτταρά του σκίρτησαν κι άρχισαν να δουλεύουν σα καλολαδωμένα ρολόγια που ξανακουρντίστηκαν. Δε χώραγε βιασύνη. Υπομονετικά και με προσοχή έπρεπε να να ταιριάξει το υλικό με το άυλο σώμα του, σα ράφτης που ταιριάζει το ύφασμα με τη φόδρα.
Οι ορμόνες ξανακύλησαν μέσα του, προετοιμάζοντας την καινούρια γέννηση. Δυο κόσμοι που χωρίστηκαν, ετοιμάζονταν να ξαναγίνουν ένα. Οι δυο όψεις θα ξανασχημάτιζαν το νόμισμα που ήταν ο εαυτός του, ήταν όμως νωρίς ακόμα. Σα πεταλούδα έπρεπε να ετοιμαστεί καλά πριν σκίσει το κουκούλι του. Το μυαλό του ήταν ακόμα μουδιασμένο, η καρδιά του ακόμα βουβή. Ο ρυθμός της ύπαρξης, όμως, είχε μπει κιόλας μέσα του. Τώρα όλα αυτά τα εκκρεμή έπρεπε να συντονιστούν σαν ψαράδες που λένε το «Ει, ωπ» πριν τραβήξουν το δίχτυ. Το πήδημα στη ζωή έπρεπε να γίνει με μιας.
Η καρδιά του δοκίμασε τις δυνάμεις της χτυπώντας δυο-τρεις φορές. Τα νεύρα του γαργάλησαν τους κοιμισμένους μύες. Καμιά κίνηση δε φαινόταν απ’ έξω, αλλά μέσα το κάποτε άψυχο σώμα είχε μπει πια ο ιδιοκτήτης του. Πόσο είχε λείψει; Μια μέρα; Δύο; Την προηγούμενη φορά είχε λείψει μια βδομάδα, κι ήταν τυχερός που δεν τον βρήκαν.
Το στήθος του δεν κουνήθηκε ακόμα, αλλά τα πνευμόνια του άρχισαν να δουλεύουν τεμπέλικα, ρουφώντας το ελάχιστο οξυγόνο που είχαν μέσα τους. Σαν πολεμιστές που κοιτάζονται πριν τη μάχη, τα κομμάτια του νεκρώθηκαν για μια στιγμή, και μετά ρίχθηκαν στην ξέφρενη πορεία της ζωής. Η καρδιά του χτύπησε, σιγά στην αρχή, και μετά άρχισε την καθημερινή της εργασία, στέλνοντας αδιάκοπα κόκκινη τροφή στο τεράστιο σύμπλεγμα που απλωνόταν σα μυρμηγκοφωλιά μέσα στο σώμα του. Ένα δάκτυλο κουνήθηκε και μετά όλο το χέρι σφίχτηκε άτσαλα σε μια γροθιά. Τα βλέφαρά του κουνήθηκαν, αλλά χωρίς να δει. Το δέρμα του ζέστανε, αλλά χωρίς ν’ αγγίξει τίποτα. Δεν ήταν έτοιμος ακόμα. Θα περίμενε. Το πιο περίπλοκο κομμάτι του εαυτού του, το μυαλό του, δεν είχε ξυπνήσει τελείως.
Πρώτα ανέκτησε την αφή. Ακουμπούσε πάνω σε κάτι δροσερό αλλά σκληρό, αλλά δεν προσπάθησε να κινήσει τα χέρια του να δει τι ήταν. Έπρεπε να συνεχίσει το ξύπνημά του. Έπειτα ανέκτησε την όσφρησή του. Ο αέρας μύριζε κλεισούρα, όπως πάντοτε στο σπίτι του. Μετά την ακοή του. Γιατί δεν άκουγε τίποτα; Που ήταν ο αγέρας; Γιατί δεν άκουγε την αυλόπορτα να τρίζει; Γιατί είχε χαθεί το γνώριμο μουρμούρισμα του ρολογιού; Το μόνο που ξεχώρισε ήταν ένας πνιγμένος βόμβος, κι ένα ρυθμικό τρέμουλο. Ένιωθε ότι ήταν σε κίνηση, και πότε-πότε άλλαζε κατεύθυνση. Τώρα σα να σταμάτησε.
Έξω ο περιπτεράς μίλαγε μ’ ένα φίλο του, ο οποίος τον κοίταξε ξυνίζοντας τη μούρη του:
– Λιγάκι ανατριχιαστικό, δεν είναι;
– Εμένα μου λες;… Εδώ κι ένα μήνα που έγινε το κρεματόριο εδώ πίσω, συνέχεια σταματάνε νεκροφόρες και ρωτάνε το δρόμο…

Δούναι και Λαβείν

Χαμήλωσε την ένταση της τηλεόρασης και κοίταξε τη γυναίκα του, η οποία εκείνη τη στιγμή ξεφύλλιζε ένα περιοδικό καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας.
– Δε μου λες;… Θυμάσαι μήπως μια χαρακιά που είχε το αμάξι στο πίσω αριστερό φτερό;
Εκείνη σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε.
– Όχι, δε νομίζω.
-Πώς, δε θυμάσαι που γυρνούσαμε από το σούπερ μάρκετ και το γρατζούνισα στο παρκάρισμα;
– Δεν το θυμάμαι, αλλά έστω. Τι έγινε μ’ αυτή τη γρατζουνιά;
– Δε φαίνεται να υπάρχει πλέον.
Το πρόσωπο της γυναίκας του έκανε μια γκριμάτσα που έδειχνε ότι δεν εκτίμησε ιδιαίτερα το αστείο.
– Μήπως γιατί δεν υπήρχε καθόλου, ούτως ή άλλως;
– Μα όχι, τη θυμάμαι καλά. Ή μήπως κάνω λάθος;
-Έλα καημένε, λάθος θυμάσαι. Ένα αμάξι που κυκλοφορεί στο δρόμο έχει παντού γρατζουνιές, είναι αναπόφευκτο. Αν καθόμασταν να ασχολούμαστε με αυτές θα μας έστριβε.

Ο Θάνος έμεινε παραξενεμένος. Σκέφτηκε να αλλάξει το θέμα.
– Ξέρεις, έχει ανοίξει ένα νέο πάρκιν στο κέντρο.
– Σοβαρά; Πού είχε χώρο να ανοίξει πάρκιν εκεί πέρα;
– Έχεις προσέξει ένα κτήριο δίπλα σε εκείνο το κατάστημα λευκών ειδών που έκλεισε; Ένα που ήταν σα να μην έχει τελειώσει, σα γιαπί;
– Ναι, το θυμάμαι.
– Ε, εκεί. Το υπόγειό του έχει γίνει πάρκιν. Μη φανταστείς τίποτα πολυτελές, αλλά είναι σημαντικά φτηνότερο από τα άλλα.
– Περίεργο, έχω περάσει πολύ πρόσφατα από κει, και δεν πρόσεξα τίποτα καινούριο. Γιαπί μου φάνηκε ακόμα.
– Πώς, αν ξαναπεράσεις θα δεις μια ταμπέλα πάνω στη ράμπα των αυτοκινήτων. Μπογιατισμένη με το χέρι, μη φανταστείς…
– Κατάλαβα, θα το έχω υπ’ όψιν μου.

Σταμάτησε πριν βάλει το κλειδί στην κλειδαριά, και περπάτησε πάλι μπροστά από το αμάξι. Έσκυψε να δει από κοντά τον προφυλακτήρα. Από πάνω κάποιο φως νέον έσβηνε και άναβε ακανόνιστα, αντανακλώντας πάνω στις λαμαρίνες των αυτοκινήτων ένα μήνυμα μορς που μίλαγε για παρακμή και εγκατάλειψη.

Ο προφυλακτήρας ήταν τελείως λείος και καθαρός. Πέρασε το χέρι του από πάνω του. Δεν είχε ούτε σκόνη. Σηκώθηκε όρθιος, άνοιξε το αμάξι και μπήκε μέσα. Κάθισε για λίγο πριν βάλει μπρος. Για τη γρατζουνιά στο φτερό δεν ήταν σίγουρος, αλλά ήταν σίγουρος ότι ο προφυλακτήρας είχε ένα μικρό βαθούλωμα στα αριστερά. Ήταν σίγουρος γιατί όταν το έκανε παρκάροντας πίσω από ένα κοτσαδόρο, είχε βγει έξω από το αμάξι να το δει και του είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι. Του είχε στοιχήσει γιατί θα μπορούσε εύκολα να το είχε αποφύγει, αν ήταν πιο προσεκτικός.

Και τώρα δεν υπήρχε. Πράγμα που ήταν ανεξήγητο. Αυτό το παλιο-πάρκιν, λοιπόν, έκρυβε εκπλήξεις.

Ο Θάνος του έδωσε τα κέρματα. Ο επιστάτης τα πήρε και τα έσπρωξε μέσα σε ένα τενεκάκι. Του χαμογέλασε εγκάρδια. Δεν έκανε, βέβαια, καμία κίνηση να κόψει απόδειξη. Δε βαριέσαι…

Έκανε να φύγει και κοντοστάθηκε. Κράταγε ακόμα, αμήχανα, το πορτοφόλι του. Χαμογέλασε λίγο αδέξια:
– Ευχαριστώ.
Ο επιστάτης ένευσε κλείνοντας ελαφρά τα μάτια, συνεχίζοντας να χαμογελάει. Ο Θάνος προσπάθησε να εξηγήσει:
– Ξέρετε εσείς…
Εκείνος πλάτυνε λίγο το χαμόγελό του, αλλά χωρίς να μιλήσει. Ο Θάνος συνέχισε:
– Δεν είναι κάτι που περίμενα…
Ο επιστάτης έσκυψε λίγο προς το μέρος του, σα να μοιραζόταν ένα μυστικό:
– Καθένας πρέπει να δέχεται αυτά που του δίνει η ζωή, και να της δίνει και αυτός πίσω!
Έπειτα ίσιωσε πάλι πάνω στην καρέκλα και συνέχισε να του χαμογελάει.
Μάλιστα. Τι ήταν αυτό πάλι; σκέφτηκε ο Θάνος. Κατάλαβε, άραγε, για ποιο πράγμα του μίλαγα, ή απλώς του αρέσει η αμπελοφιλοσοφία; Τον χαιρέτησε νεύοντας με το χέρι που κρατούσε το πορτοφόλι και απομακρύνθηκε.

Το έντρομο βλέμμα της κυρίας που περπατούσε στο πεζοδρόμιο, συνάντησε το δικό του. Αδιαφόρησε για αυτή τη σιωπηλή κριτική και συνέχισε την καθόλου σιωπηλή υβριστική περιγραφή του μοτοσικλετιστή που πριν από μια στιγμή πέρασε και του γρατζούνισε το αμάξι χωρίς καν να κοιτάξει πίσω του. Ήταν σίγουρα ένας %$%#%* και @$%*&% και σίγουρα του %^#*^%& το &**(@^^#$, αλλά καταλάβαινε κι ο ίδιος ότι αυτή η επιβεβαίωση δεν πρόκειται να κάνει τίποτα για να φτιάξει τη ζημιά που καιγόταν να σταματήσει για να δει. Βγήκε βρίζοντας και αδιαφορώντας για τα κορναρίσματα που άρχισαν να ακούγονται από πίσω του. Τι καταλάβαιναν αυτοί;!

Είχε όντως μια εμφανέστατη γρατζουνιά σχεδόν σε όλο το πλάτος της πόρτας του οδηγού. Του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Είναι άλλο να μαζεύεις μικροζημιές στο παρκάρισμα ή προσπαθώντας να στρίψεις στην Κυψέλη, και άλλο να σε γρατζουνάνε μπροστά στα μάτια σου ενώ είσαι κολλημένος στην κίνηση. Δεν το χώραγε ο νους του.

Ήταν αναμενόμενο αυτό που έγινε στη συνέχεια. Δε χρειάστηκε να το σκεφτεί ιδιαίτερα. Στην πραγματικότητα δε σκέφτηκε καθόλου με τόσο πολλές λέξεις. Απλώς άλλαξε τη διαδρομή του και πήγε στο πάρκιν.

Οι μόνες επιφυλάξεις που είχε ήταν όταν το βλέμμα του συνάντησε αυτό του φύλακα καθώς έβγαινε έξω. Αυτός του χαμογέλασε όπως πάντα, αλλά ο Θάνος απάντησε με ένα τυπικό χαμόγελο και έσπευσε να φύγει, αποφεύγοντας άλλη επικοινωνία. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε αυτή την κατάσταση ως συναλλαγή, και ένοιωθε κάπως άσχημα γι’ αυτό. Σα να αγόραζε πορνοπεριοδικά, ή κάτι τέτοιο. Ήταν όμως αργά να το σκεφτεί περισσότερο.

Δεν πήγε στη δουλειά του. Τηλεφώνησε και κανόνισε να μην πάει καθόλου. Πήγε σε μία καφετέρια και περίμενε. Μετά από τέσσερεις καφέδες πλήρωσε και πήγε πίσω στο πάρκιν.

Σχεδόν έτρεμαν τα χέρια του καθώς πλησίαζε. Κοίταξε την πόρτα του οδηγού πολλή ώρα από μακριά, σα να μην ήθελε να πλησιάσει μήπως διαπιστώσει ότι έκανε λάθος και ότι δεν ήταν αψεγάδιαστη, όπως του φαινόταν εκείνη τη στιγμή. Μετά όμως πλησίασε πιο κοντά. Ήταν όντως σα καινούρια. Δεν υπήρχε πουθενά αυτή η τεράστια γρατζουνιά που του είχε χαλάσει τη μέρα. Ό,τι αμφιβολίες είχε πέρασαν εκείνη τη στιγμή. Είχε κάνει σίγουρα το σωστό.

Άνοιξε τα μάτια του και ένοιωθε έναν αφόρητο πόνο στο κεφάλι, που του έφερνε ναυτία και ζαλάδα. Η όρασή του ήταν θολή και συγκεχυμένη. Δε θυμόταν τίποτα. Είχε μπει στο πάρκιν να πάρει το αυτοκίνητό του. Μετά τι έγινε; Δεν είχε καμία ανάμνηση. Πήγε να πιάσει το κεφάλι του, και κατάλαβε ότι το χέρι του ήταν δεμένο. Βόγκηξε αλλά ο ήχος βγήκε πνιχτός. Το στόμα του δεν άνοιγε, ήταν φιμωμένος. Έσφιξε τα μάτια του και προσπάθησε να εστιάσει. Έβλεπε κάποιο ταβάνι, και αυτός μετακινούταν από κάτω του. Δε μπορούσε να δει ποιος τον μετέφερε, αλλά τα χέρια του έπιαναν μια σκληρή επιφάνεια που πάνω της είχε κάτι σα σεντόνι. Τα πόδια του ήταν κι αυτά δεμένα, δε μπόρεσε να τα μαζέψει.

Το φορείο ή σανίδα που τον μετέφερε έστριψε δεξιά και μπήκε σε ένα πιο φωτισμένο δωμάτιο. Εκεί είδε το φύλακα του πάρκιν που του χαμογελούσε με τον ίδιο τρόπο όπως πάντα. Δίπλα του ήταν ένας άνθρωπος που φορούσε μόνο το ένα μανίκι στο σακάκι του, το αριστερό μανίκι, με τον τρόπο που το φορούν οι μονόχειρες. Ένοιωσε να τον αφήνουν κάτω σε ένα σημείο που από πάνω υπήρχαν πολλά δυνατά φώτα. Του έλυσαν το δεξί χέρι και το μετέφεραν σε ορθή γωνία με το σώμα του. Το ξαναστερέωσαν με τρόπο που πάλι δε μπορούσε να το κινήσει. Έβλεπε τώρα ανθρώπους γύρω του με ρούχα συνηθισμένα αλλά φορώντας μασκες στο πρόσωπο, αυτές που καλύπτουν το στόμα και τη μύτη και δένουν με λαστιχάκι πίσω από το κάθε αυτί. Ψιθύριζαν μεταξύ τους χωρίς να δίνουν σημασία στις προσπάθειές τους να κινηθεί από τη θέση που ήταν δεμένος, και χωρίς να ακούνε τις πνιγμένες του διαμαρτυρίες.

Ο φύλακας του πάρκιν ψιθύρισε κάτι στο μονόχειρα κι αυτός κούνησε ευχαριστημένος το κεφάλι του. Μετά γύρισε πάλι προς το μέρος του Θάνου και τον κοίταξε με ένα περίεργο βλέμμα. Συγκεκριμένα, κοίταγε το χέρι που είχε δεθεί απλωμένο. Το κοίταγε όλο προσμονή. Ξεδιάντροπα.

Πανομοιότυπο

Ήμουν πίσω από ένα επαρχιακό βενζινάδικο όταν συνάντησα αυτόν τον περίεργο τύπο. Είχα σταματήσει για βενζίνη, ξεμούδιασμα και το αναγκαίο ξαλάφρωμα. Έβγαινα από την πρόχειρη τουαλέτα προσπαθώντας να στεγνώσω τα χέρια μου πάνω στο τζήν μου. Πάνω σε αυτή την αμήχανη δραστηριότητα πετάχτηκε πίσω από κάτι παρατημένα φορτηγά και μου έκοψε τη χολή. Το μάτι του γυάλιζε, όπως λένε, ή μάλλον και τα δυό του μάτια ήταν γουρλωμένα όπως όταν σου στρίβει. Θα είχα οπισθοχωρήσει χωρίς δεύτερη σκέψη αν δε με είχε πιάσει κι από τους δύο ώμους σφιχτά. «Έχεις αμάξι;», μου φώναξε. Μπορώ να πω ότι τα χρειάστηκα. Τώρα που το σκέφτομαι, έπρεπε να τον χτυπήσω χωρίς πολλά-πολλά και να εξαφανιστώ, αλλά εκείνη τη στιγμή είχα κοκκαλώσει και τον κοίταγα στα μάτια προσπαθώντας να καταλάβω τι συνέβαινε. «Έχεις αμάξι;», με ξαναρώτησε ταρακουνώντας με από τους ώμους. «Ηρέμησε φίλε» του είπα, πράγμα που ήταν ό,τι πιο έξυπνο μπόρεσα να σκεφτώ εκείνη τη στιγμή. Ξαφνικά με άφησε και γύρισε απότομα να δει μήπως ερχόταν κανένας. «Πρέπει να με βοηθήσεις», μου είπε με πιο συγκροτημένο τρόπο όταν γύρισε ξανά προς το μέρος μου. Ήταν περίπου στη ηλικία μου, χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο πάνω του. Τα ρούχα του ήταν απλά, και τα παπούτσια του ήταν σκονισμένα. Ένας ακόμα ταξιδιώτης. «Τι συμβαίνει;», τον ρώτησα κι εγώ με τη σειρά μου, τώρα που φαινόταν ότι δεν ήθελε να μου κάνει κακό. Αυτός έπιασε το πρόσωπό του με τις παλάμες του και το τράβηξε πίσω σα να ήθελε να τεντώσει το δέρμα του που είχε ξεραθεί από την αγωνία πάνω στο κρανίο του. «Κάτι απίστευτο», μου είπε απλά, κουνώντας το κεφάλι πέρα-δώθε και κοιτάζοντας το χώμα. «Πρέπει να με βοηθήσεις», μου ξαναείπε κοιτάζοντάς με. «Κρύψε με στο αμάξι σου μέχρι να φύγουμε μακριά». «Ώπα, φίλε», του απάντησα σηκώνοντας τα χέρια μπροστά μου στην παγκόσμια χειρονομία κατευνασμού. «Αν έχεις μπλεξίματα, δε θέλω να μπλεχτώ κι εγώ σ’αυτά». Με έπιασε πάλι από το χέρι και έσκυψε να μου μιλήσει συνωμοτικά: «Δεν ήμουν εγώ, αλλά δεν πρόκειται να το πιστέψουν. Αν με πιάσουν είμαι χαμένος». Ήταν φανερό ότι δε θα γλύτωνα εύκολα απ’αυτόν, εκτός αν έκανα κάτι αναξιοπρεπές, όπως να το βάλω στα πόδια. «Ποιος σε κυνηγάει;», τον ρώτησα. Κούνησε το κεφάλι του με παραίτηση. «Είναι μια παρεξήγηση.»

Μου είπε ότι ταξίδευε κατά μήκος του επαρχιακού δρόμου καμιά δεκαριά χιλιόμετρα από κει, όταν είδε από πίσω του ένα αμάξι να τον πλησιάζει γρήγορα. Το αμάξι αυτό σταμάτησε όταν έφτασε σε μια κανονική απόσταση, και τον ακολουθούσε σταθερά . Δεν του έδωσε ιδιαίτερη σημασία, πέρα από το να το βλέπει πότε-πότε από τον καθρέφτη. Κάποια στιγμή, όταν είχαν μπει σε κατοικημένη περιοχή, είδε ένα μπουλούκι παιδιά που περνούσαν το δρόμο. Ακριβέστερα, έπαιζαν από τη μια και την άλλη πλευρά του δρόμου, και κάποιες στιγμές κυνηγούσαν το ένα το άλλο διασχίζοντάς τον. Όπως ήταν φυσικό, έκοψε ταχύτητα καθώς πλησίαζε αυτό το σημείο. Όταν όμως ήταν πεντακόσια μέτρα μακριά, είδε το αυτοκίνητο που τον ακολουθούσε τόσην ώρα να τινάζεται μπροστά και να τον πλησιάζει γρήγορα. Τον προσπέρασε με ταχύτητα, και συνέχισε μπροστά του χωρίς να κόψει ούτε στιγμή. «Πλησιάσε στο σημείο που παίζαν τα παιδιά χωρίς να ανάψουν καθόλου τα στοπ», μου είπε απλά. «Χτύπησε κάποιο ή κάποια από αυτά. Τα υπόλοιπα άρχισαν να τσιρίζουν, εγώ μαρμάρωσα τελείως και πέρασα από το σημείο χωρίς να σταματήσω αμέσως. Όταν συνειδητοποίησα τι έγινε, δηλαδή εκατό μέτρα παραπέρα, σταμάτησα στην άκρη του δρόμου. Πίσω μου, έβλεπα μεγάλη αναταραχή. Άνθρωποι είχαν βγει από τα σπίτια και είχαν τρέξει κοντά στα παιδιά. Έβαλα όπισθεν και πλησίασα σιγά-σιγά για να δω αν μπορώ να βοηθήσω». Κοίταξε τριγύρω να βεβαιωθεί ότι δεν έχει έρθει κανένας. «Όταν έφτασα αρκετά κοντά, είδα κάποια παιδιά να δείχνουν προς το μέρος μου στους μεγάλους που ήταν στη σκηνή. Αυτοί έμοιαζαν να μιλάνε έντονα στα παιδιά και να με δείχνουν κι εκείνοι. Σταμάτησα να πλησιάζω και κοιτούσα αυτή την αναταραχή. Μετά, είδα ανθρώπους να τρέχουν προς το μέρος μου κουνώντας τη γροθιά τους, και άλλους να τρέχουν να μπαίνουν μέσα σε αυτοκίνητα να με κυνηγήσουν». Με κοίταξε με ένα ύφος τόσο ικετευτικό, που τον λυπήθηκα. «Προφανώς, πιστέψανε ότι εγώ ήμουν αυτός που χτύπησα τα παιδιά. Άρχισα να τρέχω με την ψυχή στο στόμα και απομακρύνθηκα λίγο από αυτούς. Όταν έφτασα σ’ αυτό το βενζινάδικο, έκοψα μέσα και παράτησα το αυτοκίνητο μέσα στο διπλανό χωράφι. Εκεί, πίστευα ότι δε θα το έβρισκαν».

Πίσω από τον τοίχο φάνηκε ο βενζινάς, ο οποίος, μόλις μας είδε φώναξε: «Εδώ πίσω είναι!». Ο συνομιλητής μου, στο άκουσμα αυτής της φωνής, προσπάθησε να το βάλει στα πόδια, αλλά δεν πρόλαβε να κάνει λίγα βήματα και έπεσαν πάνω του τέσσερις ή πέντε άνθρωποι. Άρχισαν να τον χτυπάνε με οργή και να τον βρίζουν. Ήταν τρομακτικό θέαμα. Το πρόσωπό του είχε ματώσει και τα χέρια του προσπαθούσαν μάταια να εμποδίσουν τα γρονθοκοπήματα. Έπιασα κάποιον και του φώναξα: «Σταθείτε, μου είπε τι έγινε, είναι λάθος! Δεν ήταν το δικό του αμάξι που χτύπησε τα παιδιά!» Με κοίταξε με το ίδιο μίσος που κοίταγε και τον ύποπτο οδηγό. «Το είδαμε καλά το αμάξι του καθικιού που το έκανε! Δε μπορεί να ξεφύγει, το είδαν ένα σωρό άτομα! Πόσα αμάξια νομίζεις υπάρχουν που έχουν την ίδια επιγραφή πίσω;». Με έσπρωξε μακριά, κι εγώ ένιωσα τελείως μαλάκας. Πήγα να εμπιστευτώ έναν τυχαίο που μου πούλησε ένα παραμύθι θέλοντας να σώσει το τομάρι του, και παραλίγο να μπλέξω κι εγώ. Απομακρύνθηκα γρήγορα χωρίς να κοιτάξω πίσω, η καρδιά μου χτυπούσε γρήγορα. Ήθελα μόνο να απομακρυνθώ από εκεί, πριν το μακελειό ζητήσει και άλλο θύμα. Ένα αμάξι φαινόταν μέσα στα καλάμια σε μικρή απόσταση από το βενζινάδικο. Η περιέργεια με κέρδισε για μια στιγμή και έσκυψα λίγο να το κοιτάξω, μετά συνέχισα γρήγορα προς το δικό μου αμάξι και την κοπάνησα όσο πιο γρήγορα γινόταν. Ήταν σωστό ότι δε θα μπορούσε να κρυφτεί ένα τέτοιο αμάξι. Ήταν κλειστό επαγγελματικό και στο πίσω παρμπρίζ έγραφε με μεγάλα γράμματα «ΥΔΡΑΥΛΙΚΑ – Ο ΣΤΑΘΗΣ». Ήταν ηλίθιος να θέλει να κρυφτεί με τέτοιο αμάξι.

Το δικό μου αμάξι ήταν ένα μικρό Σιτροέν, τρίπορτο, χίλια εξακόσια. Για να πω την αλήθεια, αν μπορούσα θα έπαιρνα ένα κουπέ γαμάτο, και δε θα μ’έπιανε μετά κανένας, αλλά πού λεφτά… Γι’ αυτό έβγαλα το άχτι μου σ’αυτό το αμάξι. Το πήρα σε κόκκινο της φωτιάς, για να ξεχωρίζει. Είχα φουσκώσει τα φτερά, είχα βάλει φαρδιά ζαντολάστιχα ως εκεί που δεν έπαιρνε, και είχα βάλει «φρύδια» στα μπροστινά φώτα έτσι που έμοιαζε πολύ πιο σπορ. Άλλαξα τη εξάτμιση με καινούρια, φαρδιά σα μπουρί της σόμπας. Αυτό όμως που χτύπαγε πιο πολύ στο μάτι, ήταν η μεγάλη αεροτομή στην τρίτη πόρτα. Πολύ το έβρισκαν κάπως υπερβολικό, εγώ όμως ήθελα πάντα να βάλω μια αεροτομή, από τότε που είχα δει μικρός ένα φτιαγμένο σκαραβαίο που είχε μια τέτοια. Με αυτές τις σκέψεις απασχολούσα το μυαλό μου για να ξεχάσω αυτή την περίεργη ιστορία. Μετά από λίγη ώρα φαινόταν απλώς σαν ένα κακό όνειρο. Έβαλα ωραία μουσική στο ραδιόφωνο και όλα έμοιαζαν να είχαν γυρίσει πίσω στο φυσιολογικό. Γι’αυτό και δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία στο αμάξι που με πλησίασε κάποια στιγμή. Σιγοτραγουδούσα μαζί με το ραδιόφωνο, και το’βλεπα σταθερά πίσω μου όποτε κοιτούσα στον καθρέφτη. Ήταν ένα αδιάφορο μαύρο αμάξι.

‘Οταν, στη συνέχεια, ο δρόμος πλησίασε στο επόμενο χωριό, έκοψα ταχύτητα. Το άλλο αμάξι πλησίασε περισσότερο, και τότε παρατήρησα τα φυμέ του τζάμια. Δεν μπορούσα να καταλάβω τη μάρκα του, αλλά ακολουθούσε χωρίς πρόβλημα το ρυθμό μου. Όταν ο δρόμος απόκτησε πιο πολλές στροφές, έκοψα περισσότερο γιατί δεν είχα ορατότητα. Κάποια στιγμή είδα μπροστά μου δυο γριούλες που περπατούσαν στην άκρη του δρόμου, κουβαλώντας από μια πλαστική σακούλα στο κάθε χέρι τους. Επειδή περπατούσαν η μια δίπλα στην άλλη, έκοψα ακόμα περισσότερο. Τότε άκουσα έναν υπόκωφα βόμβο, σα να μαρσάρει μια μεγάλη μοτοσυκλέτα δίπλα στο αυτί σου, τόσο δυνατά. Είδα με την άκρη του ματιού μου στον καθρέφτη ένα μικρό μαύρο Σιτροέν να με πλησιάζει. Οι γριούλες στάθηκαν ακίνητες και γύρισαν το κεφάλι τους να κοιτάξουν. Ένα αμάξι πέρασε γρήγορα δίπλα μου, μόνο που τότε δεν ήταν πια μαύρο. Ήταν κατακόκκινο. Και όταν πέρασε μπροστά μου, σφίχτηκε όλη μου η ραχοκοκκαλιά και ένοιωσα τα χέρια μου σα ξεχειλωμένα λάστιχα. Το Σιτροέν είχε πίσω του μια τεράστια αεροτομή και μεγάλη εξάτμιση. Ένοιωσα τα χέρια μου και το κεφάλι μου να μυρμηγκιάζουν, και με τρόμο είδα το αμάξι να πέφτει με δύναμη πάνω στις γριούλες.